Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Πόσο Αθηναίος είσαι τελικά;

Ένα ηλιόλουστο πρωινό καθώς περπατούσα στο κέντρο της Αθήνας(γρήγορα όπως όλοι-χωρίς κάποιο ουσιαστικό λόγο)έχοντας τη βαβούρα της κίνησης στα αυτιά μου,προσπερνώντας όλους τους άστεγους-άπορους που βρίσκονται σε κάθε γωνιά της πόλης μιας και δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με την ατυχία του διπλανού μου,κοντοστάθηκα να κάνω ένα τσιγάρο πρίν πάρω το μετρό.
  Στα λίγα λεπτά λοιπόν που θα κρατούσε αυτό το τσιγάρο άρχισα να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου.Πολλά διαφορετικά πρόσωπα,ποικίλων εθνικοτήτων να διασχίζουν το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και μια ερώτηση να βασανίζει το μυαλό μου:''Ποιός είναι τελικά ο σύγχρονος Αθηναίος;'' 
  Έχοντας ζήσει τα περισσότερα χρόνια μου κάπου στο κέντρο σε ένα όμορφο στενό κάτω από το λόφο του Φιλοπάππου είχα τη τιμή να μεγαλώσω ανάμεσα σε βέρους Αθηναίους,να συναναστραφώ με ανθρώπους που έζησαν μια άλλη Αθήνα,την Αθήνα των ποιητών,των ζωγράφων,των ηθοποιών,την Αθήνα των γραμμάτων και της καλλιτεχνίας,δινοντάς μου έτσι τα κατάλληλα εφόδια για να σκιογραφήσω το προφίλ του Αθηναίου.
 Αρχικά ο Αθηναίος ξέρει ότι η οικονομίκη κρίση έχει επηρεάσει την εικόνα της πόλης του στα μάτια όλων των ανίδεων που μπορεί να την περπατούν καθημερινά ομώς αυτός ξέρει πως η Αθήνα είναι ''η ζαφειρόπετρα στης γής το δαχτυλίδι''.'Εχει περπατήσει πολλά μεσημέρια κυριακής τα πλακόστρωτα στενάκια της Πλάκας,ακόμα και αυτά που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την υπαρξή τους.Έχει μεθύσει με ρακές σε κάποιο μαγαζάκι στο πεζόδρομο του Κουκακίου,τραγουδώντας Μάλαμα,Παπάζογλου και Ρασούλη.'Εχει δώσει το πρώτο του φιλί κάπου στη Διονυσίου Αεροπαγήτου αφού την έχει περπατήσει χεράκι-χεράκι.
  Ένας Αθηναίος αναπολεί τα πρωινά που ξυπνούσε με το άκουσμα της λατέρνας και έβγαινε τρέχοντας στο μπαλκόνι του να πετάξει λίγες δραχμές στον χαμογελαστό γεράκο,που έσπρωχνε τη λατέρνα με τη φωτογραφία της Καρέζη σε όλα τα γύρω στενά.Ανυπομονεί τον ερχομό της 'Ανοιξης,γιατί τότε μπορεί να διασχίσει ολόκληρο το κέντρο μόνο με το ποδήλατο του,εξερεύνοντας το για νέες περιπέτειες,είτε για κάποιο μνημείο που ποτέ δεν πρόσεξε,για ένα στενό που ποτέ δεν παρατήρησε,για ένα μαγαζάκι τόσο καλά χωμένο που θα γίνει η νέα του κρυψώνα από τη σύγχρονη κουλτούρα.Άλλωστε αύτη είναι η μαγεία του κέντρου,πάντα κάτι νέο θα βρέθει να σε παρασύρει.
 Τα αυγουστιάτικα βράδια του αρέσει να κάθεται κάτω από τον λόφο της ακρόπολης με μια μπύρα ανά χείρας,γελώντας με τη παρέα του και ακούγοντας ρόκ ήχους από τους διάφορους ''μουσικούς του δρόμου'' που συναντάς ανα είκοσι μέτρα.Αν θέλει να βγεί μπορεί να σε πάει να δείτε μία παράσταση που ανεβάζει κάποια ερασιτεχνική ομάδα στα Εξάρχεια,ή για οινόμελα κάπου στο Θησείο,ίσως σε πάει στο πιο παλιό στέκι της πολιτιστικής Αθήνας να πιείτε καφέ(Zonar's) αλλά σίγουρα θα καταλήξετε στο Μοναστηράκι να τρώτε κεμπάπ,επιδεικνύοντας παντού τον ίδιο ενθουσιασμό.
 Τέλος ο Αθηναίος αγαπάει πολύ τη πόλη του,νιώθει δέος κάθε φορά που αντικρύζει τον Παρθενώνα,ξέρει την ιστορία της και ονειρεύεται ένα δικό του νεοκλασσικό οίκημα,σε καποίο στένο,δίπλα απο το μαγαζί που πουλάει αντίκες και παλαία έπιπλα,κοντά στο μπαχαράδικο με τα πολλά χράματα και τις έντονες μυρώδιες,ανάμεσα σε όλους τους υπόλοιπους Αθηναίους που κουβαλούν μια άλλη λάμψη,λίγο πιο ρετρό,λίγο πιο άναρχη.
 Την επόμενη φορά λοιπόν,που θα σε ρωτήσουν από που είσαι,σκέψου το πρίν απάντησεις ότι είσαι Αθηναίος.Είναι βαρύ το φορτίο της κληρονομιάς τούτης της πόλης.

    Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

    Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
    μόνος,στόν Παράδεισο

    Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
    Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
    Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

    Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

    Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
    Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
    Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


    ΙΙ.

    Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
    Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
    Εάν είναι αλήθεια

    Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
    Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
    Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
    Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

    Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
    Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
    Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
    Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
    Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
    Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
    Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
    τούς καταρράχτες

    Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
    Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
    Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
    Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

    Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
    Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
    Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


    ΙΙΙ.

    Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

    Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
    Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
    Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
    Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
    Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
    Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
    Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

    Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
    Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
    Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
    Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
    Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

    Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
    Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
    Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
    Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
    Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
    Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
    Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
    Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

    Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
    Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
    Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
    Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
    Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

    Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
    Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
    Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
    Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
    Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
    Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
    Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

    Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

    ΙV.

    Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
    Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
    Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
    Μαχαίρι
    Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
    Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
    Είμ’εγώ,μ’ακούς
    Σ’αγαπώ,μ’ακούς
    Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
    Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
    Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

    Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

    Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
    Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
    Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
    Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
    Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
    Τών ανθρώπων
    Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

    Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
    Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
    Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
    Όπου κάποτε οί φιγούρες
    Τών Αγίων
    Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
    Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
    Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
    Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
    Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
    Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

    Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
    Τής αγάπης
    Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
    Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
    Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
    Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
    Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

    Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

    Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
    Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
    Μές στή μέση τής θάλασσας
    Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
    Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
    Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
    Άκου,άκου
    Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
    Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
    Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

    V.

    Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
    Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
    Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
    Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
    Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
    Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
    Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

    Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
    Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
    Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
    Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

    Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
    Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
    Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

    Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
    Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
    Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
    Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
    Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
    Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
    Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

    Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
    Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
    Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

    Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
    Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
    Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
    Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

    Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
    Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
    Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
    Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
    Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
    Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
    Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


    VI.

    Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
    Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
    Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
    Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
    Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
    Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
    τής θάλασσας

    Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
    Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
    Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
    Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

    Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

    Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
    Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
    Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
    Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

    Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
    νεογέννητο
    Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
    Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
    Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
    Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
    Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


    VII.

    Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
    Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

    Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
    Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
    Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

    Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
    και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

    Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>
    (διαβάζοντας αυτό το ποιήμα καταλαβαίνεις γιατί ο έρωτας ανυψώνει ή κομματιάζει αντίστοιχα έναν άνθρωπο-τον οποιονδήποτε άνθρωπο-ο έρωτας δεν χαμπαριάζει απο ηληκίες-κοινωνική θέση-πρόσωπο ή φύλλο)ΕΡΩΤΕΥΤΕΙΤΕ ΛΟΙΠΟΝ!!

    Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

                                         ΜΕΛΛΟΝ Ή ΜΑΛΛΟΝ

                                                                      Μέλλον απλό-λιτό
                                                                       μέλλον ματαιόδοξο
                                                                      απρόσμενο-μικρό
                                                                 
                                                                      Το καθορίζουν άλλοι
                                                                       οι ξένοι
                                                                      οι φαινομενικά ειδήμονες

                                                                      Εγώ έχω άποψη
                                                                       μάλλον αδιάφορη
                                                                      κανείς δεν δείχνει θέληση

                                                                      Μέλλον αδιάφορο
                                                                       το λιγότερο ανόητο
                                                                      απλά αδυνατώ να το ζήσω.

                                         Σ'ΑΓΑΠΑΣ;

    Είναι και αύτες οι μέρες που σου φταίνε όλοι-όλα και τίποτα.Αναφέρομαι στις μέρες που ξύπνας αλλά δεν θές να σηκωθείς απο το κρεβάτι σου-θέλεις να μείνεις κουλουριασμένος με το μαξιλάρι σου αγκαλιά εκεί βυθισμένος στις σκέψεις σου,ίσως και στις αναμνήσεις σου.Μια τέτοια μέρα ήταν για μένα η χθεσινή,ήθελα να μείνω στο κρεβάτι μου και να αφήσω τη θλίψη μου να με παρασύρει στα δικά της μονοπάτια,όμως-άχ αυτό το όμως-έπρεπε να σηκωθώ-να ετοιμαστώ-να φορέσω το πιο μεγάλο μου χαμόγελο και να πάω για δουλειά-στην ελλάδα της κρίσης άλλωστε δεν υπάρχει χρόνος για θλίψη-δεν υπάρχει χρόνος για τον εαυτό σου-δουλεύεις;Είσαι τυχερός-δεν πρέπει να μιλάς-πρέπει απλά να είσαι η μηχανή που προσφέρει έργο γιατί διαφορετικά θα είσαι άνεργος και όλοι γύρω σου θα σε κοιτούν και θα σε αντιμετωπίζουν μειονεκτικά γιατί θα σε λυπούνται!Και εσύ θα καταπιέζεις το ΕΓΩ σου,την αξιοπρέπεια σου και θα μένεις σε μια δουλειά που δεν την αγαπάς γιατ'ι πρέπει-γιατί την έχεις ανάγκη-γιατί σε έχουν πείσει οτι χωρίς αυτό είσαι ένα τίποτα[...]Μια ακόμη μέρα όπως όλες οι άλλες σκέφτηκα.Μια ακόμη μέρα μέσα στη μιζέρια γεμάτη από πρέπει και όχι θέλω,περιμένοντας για ακόμη μια φορά να έλθει η ώρα να σχολάσω και να βυθιστώ και πάλι στην απραγεία που θέλω από το πρωί.Όμως ένα τηλέφωνο έσπασε τη ρουτίνα της μέρας μου-μια φίλη με παρότρυνε να πάμε για μια μπύρα-δεν γαμιέται σκέφτηκα,ας πάω!Σχόλασα,ετοιμάστηκα,βρεθήκαμε και πήγαμε-τέσσερις φίλες σε ένα τραπέζι-τέσσερις άνθρωποι τόσο διαφορετικοί αλλά με τις ίδιες απορίες για το παρρόν-με την ίδια νοσταλγία για το παρελθόν-με τον ίδιο φόβο για το μέλλον.Η μια μπύρα γίναν δυο-ένα κρουασαν και μια σοκολάτα δώρο και κάπου εκεί ανάμεσα στις μπύρες-στα πατατάκια-στις ατελείωτες κουβέντες κατάλαβα ότι τελικά εγώ φταίω για τη μιζέρια μου-για την άσχημη διάθεση μου.Κάπου στα χαμόγελα τους είδα και το δικό μου!Με αγαπούν διάολε!Μόνο αυτό δεν είναι από μόνο του ευτυχία;Σήμερα ξύπνησα χαμογελαστή-είναι όμορφη μέρα η σημερινή!
    Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές ( 1927- , Κολομβιανός συγγραφέας, Νόμπελ 1982)
    Ο συγγραφέας του "Εκατό χρόνια μοναξιάς''

    Δελτίο τύπου του ΕΚΠΑ για την αναστολή λειτουργίας                          
    Διαβάστε το Δελτίο Τύπου του ΕΚΠΑ σχετικά με την αναστολή λειτουργίας του ιδρύματος.


    ∆ E Λ T I O   T Y Π O Y

    Σήμερα,  Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013, συνεδρίασε εκτάκτως η Σύγκλητος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου  Αθηνών(Ε.Κ.Π.Α.)  και εξέτασε εκ νέου την πρόθεση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων να τεθεί σε διαθεσιμότητα διοικητικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, παρά το γεγονός ότι η ενέργεια αυτή παραβιάζει το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο θεμελιώνει  καταφανώς το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων, και εμποδίζει πλέον την ακαδημαϊκή λειτουργία του Ιδρύματος.
    Κατά τη συνεδρίαση της Συγκλήτου προέκυψε επιπλέον ότι, ακόμα και με βάση τα κριτήρια που έθεσε το ίδιο το Υπουργείο,  στο Ε.Κ.Π.Α. όχι μόνο δεν υπάρχει πλεονάζον διοικητικό προσωπικό, αλλά αντίθετα κατεγράφησαν σημαντικές ελλείψεις.
    Παρά ταύτα, το Υπουργείο επιμένει να απομακρυνθούν διοικητικοί υπάλληλοι, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει σε ραγδαία επιδείνωση του επιπέδου σπουδών των φοιτητών/τριών, καθώς και του ερευνητικού έργου, με βάση το οποίο το Πανεπιστήμιο αξιολογείται διεθνώς. Αποτέλεσμα θα είναι η οριστική αδυναμία λειτουργίας του Πανεπιστημίου.
    Για τους λόγους αυτούς, η Σύγκλητος του Ε.Κ.Π.Α. αποφάσισε την προειδοποιητική αναστολή της λειτουργίας του μέχρι τη Δευτέρα 16-9-2013. Η περαιτέρω στάση του Ε.Κ.Π.Α. θα εξεταστεί σε νέα συνεδρίαση της Συγκλήτου.

    Αθήνα 9-9-2013

    Η Σύγκλητος του Ε.Κ.Π.Α.